Follow by Email

Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Ο Απρίλιος !!!

Ο Απρίλιος, ή Απρίλης, ή Απρίλτς (Ποντιακά), είναι ο τέταρτος μήνας του έτους κατά το Ιουλιανό και το Γρηγοριανό Hμερολόγιο, ο όγδοος κατά το Εκκλησιαστικό που αρχίζει τον Σεπτέμβριο, ο δεύτερος κατά το παλαιό ρωμαϊκό ημερολόγιο και ο δέκατος στο αττικό ημερολόγιο ο οποίος ονομάζονταν Μουνιχιών και αντιστοιχούσε στο χρονικό διάστημα 24 Μαρτίου-22 Απριλίου του Γρηγοριανού ημερολογίου. Ο Απρίλιος περιλαμβάνει 30 ημέρες.
Ο ελληνικός λαός αποκαλεί τον μήνα αυτόν και με τα ονόματα ΑπρίληςΑπρίλες, και Λαμπριάτης από την συμπτωματικά μεγάλη θρησκευτική εορτή που τελείται συνήθως το μήνα αυτό. Ο Απρίλιος και ο Μάιος θεωρούνται οι καθ΄ αυτού μήνες των λουλουδιών εξ ου και η ονομασία Απριλομάης: "Ο Απρίλης με τα λούλουδα κι ο Μάης με τα ρόδα". Χάρη στην ανοιξιάτικη σύνδεσή του ο Απρίλης τραγουδήθηκε ιδιαίτερα από τους ποιητές αλλά κι από τον λαό μας: «Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθό Απρίλη» και «Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε». Η ενασχόληση, επίσης, του λαού μας με την γεωργίαμάς έχει κληροδοτήσει και πολλές άλλες παροιμίες και δημώδη στιχάκια. Για τις απριλιάτικες βροχές, για παράδειγμα, λέγεται το εξής: «Αν κάνει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σε κείνο το ζευγά που ‘χει πολλά σπαρμένα». Σ’ άλλες πάλι περιοχές ο Απρίλης αποκαλείται και «Γρίλλης» (γκρινιάρης) επειδή στον μήνα αυτόν τελείωναν τα αποθέματα της προηγούμενης συγκομιδής και δημιουργούνταν οικογενειακές γκρίνιες. Αποκαλείται και τιναχτοκοφινίτης επειδή τινάζουν τα κοφίνια για να τα καθαρίσουν: «Απρίλης, γρίλλης, τιναχτοκοφινίτης». Αναφέρεται, επίσης, και ως Αϊ-γεωργίτης λόγω της εορτής του Αγίου Γεωργίου στις 23 του μήνα, η οποία γιορτάζεται με διάφορους αθλητικούς και ιππικούς αγώνες. Οι κτηνοτρόφοι, και οι Σαρακατσάνοι, θεωρούν τον Άγιο Γεώργιο προστάτη τους, ενώ στις παραδόσεις, τα παραμύθια και τα τραγούδια συνδέεται με τον αρχαίο μύθο του Περσέα και της Ανδρομέδας.
Η «Πρωταπριλιά» με τα αθώα ψέματά της είναι ένα πανευρωπαϊκό έθιμο. Στην Ελλάδα το αρχαίο αυτό έθιμο έφτασε, μάλλον, την εποχή των Σταυροφοριών κι έχει τις ρίζες του στους αρχαίους Κέλτες. Επειδή τον Απρίλιο ο καιρός καλοσύνευε συνήθιζαν την πρωταπριλιά να πηγαίνουν για ψάρεμα. Τις περισσότερες φορές γύριζαν φυσικά με άδεια χέρια, κι έτσι κατέφευγαν σε ψεύτικες ιστορίες για μεγάλα ψάρια. Στη χώρα μας διαγωνίζονται για το ποιος θα πει το μεγαλύτερο ψέμα, όπως το: «Έλα να πούμε ψέματα/ ένα σακί γιομάτο/ φόρτωσα ένα μπόντικα/ σαράντα κολοκύθια/ κι απάνου στα καπούλια του/ ένα σακί ρεβύθια».

Καλη πρωταπριλιά!!    

Πηγή: wiki paideia


Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

Η γειτονιά...

Δεκαετία ´80: έζησα αυτή τη δεκαετια -οκταετία για την ακρίβεια-  στο Μαρουσι. Η γειτονιά μου στην πλατεια Ηρώων. Πλατεια ιστορική και με πολύ πράσινο! Θυμάμαι, σα να ήταν  χθες, τις βολτες μου χέρι-χέρι με το μπαμπά και τη μαμά, τις "αποδράσεις" μου με το ποδήλατο και το ατελείωτο παιχνίδι τα καλοκαίρια με τον αγαπημένο μου παππουλη... Τα βραδυα ο παππούς με τη γιαγιά με έπαιρναν μαζί τους στο καφενείο της γειτονιάς όπου πίνανε το ουζάκι τους-κι εγω τους έτρωγα τον μεζέ...! Εκεί μαζεύονταν όλοι οι γείτονες μας, συζηταγανε για τις οικογένειες τους, τα περι του δήμου και κουτσομπολευαν  και λιγάκι! Τοτε, ο θεσμός της γειτονιάς υπήρχε και κυριαρχούσε στην καθημερινότητα μας. Έβγαινα το πρωί  στο μπαλκόνι  και θυμάμαι χαρακτηριστικά τις καλημέρες απ´ολα τα γύρω μπαλκόνια. Όταν δε, εφευγα απο το σπιτι, χαιρετουσα τουλάχιστον καμία δεκαριά γείτονες. Τα μεσημέρια και τα βραδυα σεβόμασταν τις ώρες τήρησης κοινής ησυχίας.  Όταν έβγαινα να παίξω μπάλα στο στενό δρομάκι του σπιτιού μου ή να κανω ποδήλατο με χαιρετουσαν  οι γείτονες, καθομουν και μιλούσα μαζί τους. Με τα παιδιά της γειτονιάς ήμασταν φίλοι! Η ζωή στη γειτονία ήταν αληθινή και γεμάτη ζωή! Θα την περιέγραφα σαν ενα μπουκέτο με πολύχρωμα ολανθιστα λουλούδια, που σε τυλίγει με τις μυρωδιές του και γεμίζει με χρώμα την κάθε στιγμή σου! Κι ετσι κρατάς την ανάμνηση αυτή και προχωράς τη ζωή σου, καθώς το μπουκέτο εχει αρχίσει  να μαραινεται σιγά σιγά....
       

Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

Μεγάλο Σάββατο

Ανάσταση του Ιησού ΧριστούΤο Μεγάλο Σάββατο είναι η τελευταία ημέρα της Μεγάλης Εβδομάδας και της Μεγάλης Σαρακοστής. Αφιερωμένη από την Εκκλησία μας στην κάθοδο του Ιησού στον Άδη. Ενώ το σώμα του Ιησού βρίσκεται στον τάφο, η ψυχή του κατέβηκε προσωρινά στον Άδη για να μεταφέρει στους νεκρούς τον Λόγο Του.
Εντωμεταξύ οι Αρχιερείς με την άδεια του Πιλάτου, εγκαθιστούν φρουρά έξω από το μνήμα του Χριστού. Αυτό το έκαναν για να μην μπορέσουν οι μαθητές Του, να κλέψουν το σώμα Του και να διαδώσουν ότι αναστήθηκε. Είχαν οι Αρχιερείς αυτόν τον φόβο επειδή την ανάσταση Του, είχε προαναγγείλει ο Ιησούς ενόσω ήταν εν ζωή.
Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, στις εκκλησίες μας, τελείται η Θεία Λειτουργία της Πρώτης Ανάστασης. Ονομάζεται έτσι, γιατί σε κάποιο σημείο της, ο Ιερέας προαναγγέλλει την Ανάσταση του Κυρίου, λέγοντας: «Ανάστα ο Θεός κρίνων την γην…». Ίσως η ύπαρξη αυτής της προαναγγελλίας, να είναι ο λόγος που το πένθος των πιστών την ημέρα αυτή είναι μικρότερο σε σχέση με αυτό της Μεγάλης Παρασκευής.
Στα Ιεροσόλυμα, η τελετή της Αφής του Αγίου Φωτός και της Ανάστασης του Κυρίου, γίνονται το μεσημέρι του Μεγάλου Σαββάτου. Στην Ελλάδα η Θεία Λειτουργία της Αναστάσεως γίνεται το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου. Κατά την διάρκεια της Λειτουργίας, στις 12 ακριβώς τα μεσάνυχτα, σβήνουν τα φώτα της εκκλησίας και ο ιερέας προβάλει στην Ωραία Πύλη, κρατώντας σε κάθε χέρι από μία δεσμίδα τριάντα τριών κεριών με το Άγιο Φως, και ψάλλοντας το «Δεύτε λάβετε Φως…». Στην συνέχεια ιερείς, ψάλτες και πιστοί βγαίνουν στο περίβολο της εκκλησίας όπου γίνεται η ανάγνωση του Ευαγγελίου της Αναστάσεως και ψάλλεται το «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι, ζωήν χαρισάμενος».
Οι πιστοί μετά το τέλος της λειτουργίας μεταφέρουν το Άγιο Φως στα σπίτια τους και το έθιμο θέλει να το φυλάνε να μην σβήσει για σαράντα ημέρες. Το Μεγάλο Σάββατο, όπως και η Μεγάλη Παρασκευή, είναι ημέρα αυστηρήςνηστείας, με το λάδι να ανήκει στις απαγορευμένες τροφές.
Όσοι δεν έχουν φτιάξει κουλούρια ή τσουρέκια και δεν έχουν βάψει κόκκινα αυγά την Μεγάλη Πέμπτη, το Μεγάλο Σάββατο έχουν την τελευταία τους ευκαιρία να το πράξουν. Οι ετοιμασίες των νοικοκυριών για το Πάσχα έχουν φτάσει στο τέλος τους. Το μόνο που απομένει είναι η κατασκευή της μαγειρίτσας που θα φαγωθεί μετά την ανάσταση καθώς και η προετοιμασία της ψησταριάς και της σούβλας για το αρνί ή το κατσίκι που θα φαγωθεί την ημέρα του Πάσχα.

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

Μεγάλη Παρασκευή : έθιμα και επιτάφιος

Μεγάλη Παρασκευή:  μία ημέρα απόλυτης νηστείας, η Εκκλησία μας θυμίζει και βιώνει την πορεία του Ιησού προς τον Σταυρό και τον θάνατο, την ταφή του και, εν τέλει, την πλήρη επικράτηση του κακού επί του καλού, μέχρι το δεύτερο να θριαμβεύσει ξανά με την Ανάσταση.
Τα 12 Ευαγγέλια που διαβάζονται την Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ και τα 5 την Μεγάλη Παρασκευή το πρωί μας παρουσιάζουν τα δραματικά γεγονότα από όλους τους Ευαγγελιστές.
Με τον τρόπο αυτό ζούμε την προδοσία και τη σύλληψη, την ανάκριση και τους εξευτελισμούς, την θανατική καταδίκη από τους Αρχιερείς και τον Πιλάτο, την άρνηση και τη μετάνοια του Πέτρου, την πορεία προς το Γολγοθά, τη Σταύρωση, το Θάνατο, την Αποκαθήλωση, την ταφή και τη σφράγιση του μνημείου.
Σύμφωνα με τις ευαγγελικές περικοπές, ο Ιησούς σταυρώθηκε στις 9 το πρωί. Το μαρτύριό του κράτησε 6 ώρες, ώσπου, στις 3 το μεσημέρι, παρέδωσε το πνεύμα λέγοντας «τετέλεσται».
Κατά την δύση του ηλίου, ο Ιωσήφ από Αριμαθείας και ο Νικόδημος -και οι δύο κρυφοί μαθητές του Ιησού- αποκαθηλώνουν το Σώμα, το αρωματίζουν, το τυλίγουν σε καθαρό σεντόνι, το θάβουν σε καινούργιο τάφο και τον σφραγίζουν με μεγάλο λίθο.
Τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωί διαβάζονται οι Ώρες στη θέση της Θείας Λειτουργίας, το μεσημέρι γίνεται η Αποκαθήλωση και το βράδυ βγαίνει στο κέντρο των ναών ο επιτάφιος και διαβάζονται τα Εγκώμια, ενώ ακολουθεί η περιφορά.
«Η ζωή εν τάφω κατετέθης, Χριστέ, και Αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σην», ακούμε στους ψαλμούς.
Ωστόσο, ο θάνατος του Χριστού γίνεται σωτήριος για εμάς, πηγή λύτρωσης που θα έλθει με την Ανάστασή Του.
«Ιδείν την του Υιού σου Ανάστασιν, Παρθένε, αξίωσον σους δούλους», καταλήγουν τα εγκώμια με το «Αι γενεαί πάσαι».

ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ – ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Στην Αθήνα, οι νοικοκυρές πριν βγει ο επιτάφιος, πριν πολλά χρόνια, σκούπιζαν τους δρόμους και όταν περνούσε η πομπή, έβγαιναν στις πόρτες με ένα κεραμίδι, που είχε πάνω του αναμμένο καρβουνάκι με λιβάνι.
Στην Κίο, τη Μεγάλη Παρασκευή που γυρίζουν τον Επιτάφιο, σταματούν στις διασταυρώσεις και μνημονεύουν. Επίσης οι πόρτες των σπιτιών τους μένουν ανοιχτές, για να μπει μέσα η Θεία Χάρη. Οι άνθρωποι πηγαίνουν νωρίτερα και τοποθετούν χώμα στα σημεία που θα σταματήσει ο επιτάφιος. Μόλις τελειώσει η λειτουργία, πηγαίνουν και παίρνουν από εκείνο το χώμα και το σκορπούν στο σπίτι για να χαθούν οι κοριοί.
Στη Σπάρτη, όταν γυρίσουν τον Επιτάφιο, τον ξεστολίζει ο καντηλανάφτης, ο οποίος παίρνει τα κεριά και τα φυλάει. Την άλλη μέρα, τα βάζει ο παπάς σε ένα δίσκο με τα σταυρολούλουδα και τα μοιράζει στις γυναίκες. Τα λουλούδια αυτά, οι γυναίκες τα κρατούν ως φυλαχτό και όταν αρρωστήσει ένα παιδάκι βάζουν στα κάρβουνα λίγο νερό και μερικά σταυρολούλουδα και το λιβανίζουν.
Τη Μεγάλη Παρασκευή πολλοί πίνουν ξύδι, ενώ στην Κρήτη, βράζουν σαλιγκάρια και πίνουν το ζουμί τους, που είναι ιδιαίτερα πικρό. Στην Κορώνη δεν βάζουν τίποτα στο στόμα τους. Επίσης, σε πολλά χωριά οι άντρες δεν ασχολούνται με μαστορέματα και ιδιαίτερα με καρφώματα που παραπέμπουν στον τρόπο θανάτου του Χριστού. “Μάστορης-ξεμάστορης καρφί δεν εκάρφωνε”, λέει η λαϊκή παροιμία.
Στη Μυτιλήνη, αν τελειώσει η περιφορά, “αρπάζουν” τα λουλούδια, γιατί πιστεύουν πως κλεμμένα έχουν πιο θαυματουργές ιδιότητες. Τα “Χριστολούλουδα” τα φυλάνε για το καλό. Με αυτά γιατρεύουν τον πονοκέφαλο, τα κάνουν φυλαχτά και με αυτά γαληνεύουν τη θάλασσα όσοι ταξιδεύουν, σύμφωνα με την παράδοση.
Στην Υδρα υπάρχει το “έθιμο της δέησης”. Ο Επιτάφιος της συνοικίας Καμίνι μπαίνει στη θάλασσα και διαβάζεται η Ακολουθία του Επιταφίου, δημιουργώντας μία ατμόσφαιρα κατανυκτική. Αυτό γίνεται για να ευλογηθούν τα νερά και να γίνει δέηση υπέρ των ναυτικών που ταξιδεύουν, για ήσυχα ταξίδια και καλό γυρισμό.
Στη Νάξο, δεν φιλάνε τη Μεγάλη Παρασκευή, γιατί με το φιλί του πρόδωσε ο Ιούδας το Χριστό, ενώ δεν σφάζουν, «για το αίμα του Χριστού».
Στην Αμοργό, τη Μεγάλη Παρασκευή το απόγευμα προσφέρονται ψωμί, ελιές και νηστίσιμα γλυκά σε κατοίκους και επισκέπτες. Το ίδιο βράδυ, κατά την περιφορά του Επιταφίου στα χωριά, οι γυναίκες, από τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών, ραίνουν τον κόσμο με κολόνιες και αρώματα.
Στην Τήνο τη Μεγάλη Παρασκευή, όλοι οι επιτάφιοι μαζί και των καθολικών συναντώνται στην Εξέδρα της Χώρας , ψάλλουν για λίγο μαζί και συνεχίζουν οι καθένας την πένθιμη πορεία του προς τους δρόμους της εκάστοτε ενορίας. Ο Επιτάφιος του Αγίου Νικολάουτης Τήνου μπαίνει επίσης στη θάλασσα και το όλο σκηνικό που δημιουργούν οι πυρσοί, ο φλεγόμενος σταυρός, οι σειρήνες από τα πλοία, οι ψαλμωδίες και οι χιλιάδες πιστοί που παρακολουθούν είναι πολύ όμορφο.
Δυο θρησκευτικοί κόσμοι, ο ορθόδοξος και ο καθολικός, συναντώνται στην πλατεία της Σύρου, για να γιορτάσουν με κατάνυξη και αμοιβαίο σεβασμό τη Mεγάλη Παρασκευή. Oι Eπιτάφιοι των Kαθολικών στην Aνω Σύρο ξεκινούν από τον Nαό του Aγίου Γεωργίου και στην Eρμούπολη από τον ιερό Nαό Eυαγγελιστών. Oι Eπιτάφιοι των Oρθοδόξων ξεκινούν από τις ενορίες Aγίου Nικολάου, της Kοιμήσεως και τη Mητρόπολη της Mεταμορφώσεως. Mετά την περιφορά καταλήγουν όλοι στην Kεντρική Πλατεία Mιαούλη, όπου γίνεται κατανυκτική δέηση και ψάλλονται τροπάρια της Mεγάλης Παρασκευής από τη χορωδία του Aγίου Nικολάου και Iεροψάλτες.
Στο Μελιγαλά, τη Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ, ανάβουν “φουνταρίες”. Κάθε νοικοκυρά, όταν σημαίνει η καμπάνα για τον Επιτάφιο, ρίχνει μπροστά στην πόρτα του σπιτιού της δυο – τρία μάτσα κληματόβεργες και τους βάζει φωτιά. Μέχρι να βγει ο Επιτάφιος, οι κληματόβεργες έχουν πλέον γίνει θράκα. Την ώρα που o παπάς περνά έξω από το δρόμο του σπιτιού της, η νοικοκυρά ρίχνει πάνω στη θράκα μια χούφτα μοσχολίβανο.
Ύδρα: Στην Ύδρα, έχουν ένα ξεχωριστό έθιμο την Μεγάλη Παρασκευή. Εκεί στην συνοικία Καμίνι, ο Επιτάφιος μπαίνει στην θάλασσα και διαβάζεται η ακολουθία του. Ξεχωριστή θέση έχουν και τα πολύχρωμα βαρελότα που φωτίζουν στην συνέχεια τον ουρανό.
https://www.youtube.com/watch?feature=player_embedded&v=FOje3mP0He4
Στη Σαντορίνη, ξεκινώντας από νωρίς το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής, δεκάδες παιδιά τοποθετούν σε ταράτσες, μπαλκόνια, δρόμους, αλλά και στα τείχη του μεσαιωνικού κάστρου χιλιάδες «τενεκεδάκια». Πρόκειται για αυτοσχέδια λυχνάρια που καίνε παραφινέλαιο και μόλις πέσει το σκοτάδι και λίγο πριν την έναρξη της περιφοράς του Επιταφίου, ανάβουν και προσδίδουν μαγική ατμόσφαιρα στο νησί.
Στα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων,  τη Μεγάλη Πέμπτη, μετά το τέλος της ακολουθίας των Παθών, κάτοικοι συγκεντρώνονται στην εκκλησία και στολίζουν τον Επιτάφιο με άνθη και οι ενορίες συναγωνίζονται ποιος θα στολίσει τον καλύτερο Επιτάφιο. Τον στολίζουν κορίτσια κυρίως με βιολέτες
Ζάκυνθος: Στο νησί της Ζακύνθου, ο Επιτάφιος, γίνεται με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι στην υπόλοιπη Ελλάδα. Εκεί , σύμφωνα με ένα πανάρχαιο έθιμο, η περιφορά του Επιταφίου, γίνεται τις πρώτες πρωινές ώρες του Μεγάλου Σαββάτου, ενώ με την ανατολή του ηλίου, ο Δεσπότης σηκώνει την Ανάσταση.
Λιτόχωρο: Στο Λιτόχωρο το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης στολίζονται οι επιτάφιοι που φτιάχνονται από ανύπαντρες κοπέλες, που όλη την Σαρακοστή φτιάχνουν λουλούδια από ύφασμα. Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής γίνεται στο παζάρι η συνάντηση των Επιταφίων που συνοδεύονται από χορωδίες Λιτοχωριτών, δημιουργώντας έτσι ένα εκπληκτικό θέαμα.
Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής ομάδες παιδιών γυρνούν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούν το μοιρολόι«Σήμερα μαύρος ουρανός», γνωστό και ως «Μοιρολόι της Παναγίας».
Σήμερο μαύρος ουρανός 
σήμερο μαύρη μέρα 
Σήμερον όλοι θλίβονται 
και τα βουνά λυπούνται 
Σήμερον έβαλαν βουλή 
οι άνομοι Εβραίοι 
Οι άνομοι και τα σκυλιά, 
οι τρισκαταραμένοι.
Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι 
Να λάβει δείπνο μυστικό 
για να τον λάβουν όλοι 
Κι η Παναγία η Δέσποινα κάθουντο μονασή της 
Τις προσευσές της έκανε 
για τον Μονογενή της 
Φωνή εξήλθε απ’ ουρανού 
κι απ’ Αρχαγγέλου στόμα.
“Σώνουν, Κυρά μου, οι προσευχές σώνουν και οι μετάνοιες 
και τον ιόν σου ψάσαντο 
και στου χαρσά τον πάνε.
Σαν κλέφτη τον ηψάσασι 
και σα φονιά τον μπάσι 
μπρος στου Πιλάτου τις αυλές, 
εκεί τον τυρρανάσι.
Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, 
έπεσε κι’ λιγωθεί, 
σταμνί νερό της ρίξανε, 
τρία κανάτια μόσχο 
και τρία με ροδόσταμο, για να’ ρθει 
ο λογισμός της…………
Το μοιρολόι κρατά περίπου μια ώρα. Όταν τελειώνει, αφού ξεκουραστούν, ψάλουν άλλα τροπάρια.
Τα Κάλαντα της Μεγάλης Παρασκευής τείνουν σήμερα να εκλείψουν.

ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ…
Το απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής είναι αφιερωμένο στους νεκρούς. Όλοι όσοι έχουν νεκρούς, και είναι σχεδόν όλοι, πηγαίνουν στο νεκροταφείο κρατώντας λουλούδια. Ξαφνικά το νεκροταφείο παύει να είναι νεκροταφείο και αποκτά έντονη ζωή. Σε κάθε μνήμα υπάρχει κάποιος που θα το καθαρίσει, θα το στολίσει με λουλούδια, θα του ανάψει το καντήλι, θα του βάλει λιβάνι.
Τη Μεγάλη Παρασκευή απαγορεύεται  η χρησιμοποίηση φωτιάς και μαχαιριού, γι’ αυτό το αρνί δεν σφάζεται ποτέ την Μεγάλη Παρασκευή, και γενικά δεν επιτρέπεται να κάνουν δουλειές αυτή την ημέρα.
Επιτάφιος Αμαρουσίου

 
Shortlink: 

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

vickaki-things, thoughts and acts...: Μαρία Πολυδούρη-Κώστας Καρυωτάκης Ένας μεγάλος έρω...

vickaki-things, thoughts and acts...: Μαρία Πολυδούρη-Κώστας Καρυωτάκης Ένας μεγάλος έρω...: Ο Κώστας Καρυωτάκης και η Μαρία Πολυδούρη υπήρξαν αξιόλογοι ποιητές, αλλά και τραγικοί εραστές, που οδηγήθηκαν εν τέλει στο θάνατο. Πο...

Μαρία Πολυδούρη-Κώστας Καρυωτάκης Ένας μεγάλος έρωτας...


Ο Κώστας Καρυωτάκης και η Μαρία Πολυδούρη υπήρξαν αξιόλογοι ποιητές, αλλά και τραγικοί εραστές, που οδηγήθηκαν εν τέλει στο θάνατο. Πολλά έχουν γραφτεί για το ποιητικό τους έργο, αλλά ελάχιστα έχουν δει το φως της δημοσιότητας για το ερωτικό τους ειδύλλιο και τον ψυχισμό των δύο ποιητών.
   Είναι Απρίλης του 1922 όταν μετατίθεται στη Νομαρχία Αθηνών η Μαρία Πολυδούρη. Ανάμεσα στους συναδέλφους της η εικοσιενός χρονών Μαρία θα ξεχωρίσει τον Κώστα Καρυωτάκη. Διστακτικά στην αρχή, με μεγαλύτερη τόλμη αργότερα λαμβάνει μέρος στις φιλολογικές συζητήσεις του γραφείου, γεγονός που τη βοηθάει να οργανώσει τις σκέψεις της και να πλουτίσει τις γνώσεις της.
   Ο έρωτάς τους δε θα αργήσει να ξεσπάσει. Ο Καρυωτάκης εντυπωσιάζεται από τα μαύρα εξαίσια μάτια της, το κυπαρισσένιο κορμί της, το γεμάτο ψυχικότητα πρόσωπό της, μα προπαντός από τον ιδιόρρυθμο χαρακτήρας της μ’ όλες τις απότομες μεταπτώσεις. Η Πολυδούρη απ’ την πλευρά της βλέπει στο πρόσωπο του ποιητή την αναγνωρισμένη επιβολή του στην ποίηση, ενώ την έλκει και η ανάγκη να αποκτήσει έναν οδηγό στις πρώτες της λογοτεχνικές αναζητήσεις, τρέφοντας ταυτόχρονα την ελπίδα ότι το φτωχό κορμί του ποιητή κρύβει έναν ελεύθερο του αναστήματός της.
   Πράγματι η Πολυδούρη ήταν πολύ μπροστά για την εποχή της, αφού συνήθιζε κοινές εξόδους με άντρες και συναδέλφους της, γεγονός απαγορευτικό για την εποχή, αλλά τολμούσε να προτείνει όλα όσα ο Καρυωτάκης έπρεπε να προτείνει. Να αγαπηθούν, να συνδεθούν, να φιληθούν, με τολ-μηρότερο όλων την πρόταση γάμου που του έκανε. Ο Καρυωτάκης αντίθετα την φοβάται. Με έμφυτη δειλία κρύβεται πίσω από την πρόφαση της κομπλεξικής του εμφάνισης και στο τέλος απαρ-νιέται τον έρωτα της Πολυδούρη.
   Χαρακτηριστικά αναφέρει για την περίπτωση Καρυωτάκη, ο Βαρίκας: «Ο εγωκεντρισμός του τον απομακρύνει από τον έρωτα.... Ο Καρυωτάκης μαζί με όλη την γενιά του διακρίνεται ακριβώς από τον πιο αρρωστημένο σκεπτικισμό. Η αφηρημένη σκέψη, η προσπάθεια του υπολογισμού και των πιο ελαχίστων λεπτομερειών κάθε μας κίνησης, η έμμονη ιδέα του μάταιου κάθε προσπάθειάς μας, με την οποίαν πλησιάζει τα γεγονότα, δεν τον αφήνει ελεύθερο να χαρεί αυτή καθ’ αυτή την ενέργεια έξω και μακριά από τα αποτελέσματά της. (...) Ο σκεπτικισμός στένεψε απελπιστικά τον εσωτερικό του κόσμο. Αποξήρανε κάθε ζωικό χυμό του. Ανάμεσα στον εαυτό του και στον εξωτερικό κόσμο παρεμβαίνει πάντα το σκοτεινό φάσμα του σκεπτικισμού και της απαισιοδοξίας του που παραμορφώνει τις εικόνες του και εξαφανίζει τον πλούτο της ποικιλίας του».
   Παρ’ όλα αυτά η θέρμη της σχέσης τους φαίνεται μέσα από τα κείμενα που έχουν σωθεί. Το Μάη του 1922 γράφει ο Καρυωτάκης «Χρυσή μου, γιατί με ρωτάς αν πονώ στη σκέψη ότι μ’ αγαπάς έτσι; Πονώ επειδή σ’ αγαπώ περισσότερο από όσο εφαντάστηκα ότι μπορούσα ποτέ ν’ αγαπήσω. Τι έχω κάμει λοιπόν για να μη με πιστεύεις ακόμη; (...) Ένα «Τάκη!» ή ένα «που είσαι;», καθώς τα βάζεις εκεί που πρέπει φτάνουν βαθιά στην καρδιά μου. Ήθελα πράγματι να είμαστε, έστω και πουλιά, στο θαυμάσιο εκείνο τοπίο (...) καλύτερα όμως -το ομολογώ- άνθρωποι, αλλά πιο απλοϊκοί πιο ελεύθεροι από τώρα..».
   Αλλά και η Πολυδούρη στο ημερολόγιό της, το Μάη του 1922 εξομολογείται: «Τον αγαπώ, τον αγαπώ καμμιά αμφιβολία πιά! (...) Απελπισμένε μου ποιητή θα σε αγαπήσω άραγε όσο θέλω ν’ αγαπήσω, όσο σου πρέπει;» Ενώ αργότερα σε ένα σπαρακτικό γράμμα τον καλούν να ζήσουν μαζί: «Έλα, Τάκη, να ζήσουμε μαζί... να ιδείς πόσο γλυκιά, πόσο ανακουφιστική θα ’μαι σε σένα. Δεν είναι δύσκολο, μα καθόλου δύσκολο. Ξέρω όλα τα εμπόδια, όλες τις συνέπειες. Είμαστε φτωχοί και οι δύο, αλλά τι μ’ αυτό; μήπως τώρα που ήμαστε χωριστά δεν είμαστε φτωχοί και χωρίς καμιά ελπίδα να γίνουμε πλούσιοι; Δύο δωμάτια μας φτάνουν».
   Η οριστική απάντηση του Καρυωτάκη θα δοθεί σ’ έναν περίπατό τους στο Φάληρο. Θα αρνηθεί την πρόταση της Πολυδούρη επικαλούμενος ότι δεν έχει το δικαίωμα να παντρευτεί καμιά γυναίκα, γιατί πάσχει από χρόνιο αφροδίσιο νόσημα. Στην πραγματικότητα η Πολυδούρη δεν θα τον πιστέψει, υποθέτοντας ότι ο καλός της δε θέλει να την παντρευτεί, επειδή έχει αποκτήσει κακή φήμη με τον τρόπο ζωής που κάνει. Η πτώση του στα μάτια της είναι μοιραία, και χωρίζουν Της προτείνει να συνεχίσουν την φιλία τους και τη διαβεβαιώνει ότι δε θα πάψει να την αγαπά. Αυτή όμως νοιώθει μειωμένη και ταπεινωμένη. Θα δεχτεί την αλλαγή μορφής στη σχέση τους και θα κρύψει τον σπαραγμό της έως ότου έξι χρόνια μετά, θα γράψει πλημμυρισμένη από τύψεις:

«Το λίγο που σου απόμεινε, την ύστερνη ζωή σου
σε αγάπη την μετάβαλες και μου την είχες δώσει.
Εγώ κι αν όλη τη ζωή μου ονόμασα δική σου
τι σούχα δώσει να χαρείς από μια αγάπη τόση;
Και νόμιζαν πως έδινα, περήφανη να κρύβω
το θησαυρό που γέμιζε μέσα μου και χανόταν.
Ά τώρα κάτω απ’ τη φριχτή τύψη αυτή θα σκύβω
πως ούτε πήρα το άξιο σου δώρο που μου δινόταν»

   Θα πρέπει εδώ να αναφέρουμε ότι για την οικογένεια του Καρυωτάκη η Πολυδούρη και ο έρωτας των δύο δημιουργών δεν υπήρχαν, γεγονός που αποδέχεται σε μικρότερο βαθμό και ο στενός φίλος του Καρυωτάκη, ο Σακελλαριάδης, επισημαίνοντας ότι «η λιγόχρονη ερωτική φιλία των δύο ποιητών ήταν για τον Καρυωτάκη ένα απλό αισθηματικό επεισόδιο».
   Οι συναντήσεις τους μετά τον χωρισμό είναι ελάχιστες. Στην πιο χαρακτηριστική από αυτές, ο Καρυωτάκης αφού έχει επιστρέψει απ’ το Παρίσι και προτού αναχωρήσει για την Πρέβεζα επι-σκέπτεται την Πολυδούρη στη Σωτηρία. Η συνάντησή τους είναι σκληρή, παγερή, ένας ασπασμός πριν το τέλος. Δε θα ξαναβρεθούν πλέον, αλλά θα αγαπιούνται. Η Πολυδούρη το ομολογεί μέχρι το τέλος στα ποιήματα και στο ημερολόγιό της. Την αγάπη του Καρυωτάκη αποδεικνύει το προσωπικό του μπαούλο που ανοίχτηκε μετά τον θάνατό του και περιείχε το θεατρικό έργο «Ο άρρωστος», ένα μπλοκ με ποιήματα, όλα τα γράμματα της Πολυδούρη και περισσότερες από εκατό φωτογραφίες της.
   Η είδηση της αυτοκτονίας του Καρυωτάκη συγκλονίζει και δίνει τη χαριστική βολή στην ήδη επιβαρυμένη και κλονισμένη υγεία της Πολυδούρη. Από τότε αψηφά τις συστάσεις των γιατρών, επιδεινώνοντας την κατάστασή της με κρυφές εξόδους απ’ το σανατόριο και ασυλλόγιστες νυχτερινές εξορμήσεις. Γράφει τα πιο σπαρακτικά τραγούδια της, ενώ κρεμάει πάνω απ’ το κρεβάτι της ένα σκίτσο του κι ένα παιχνιδάκι, που τις είχε κάποτε δωρίσει ο Καρυωτάκης. Επιζητούσε τη συντροφιά των φίλων του, όπου πάντοτε μιλούσε γι’ αυτόν με τρόπο που δε μπορούσε κανείς ν’ αμφιβάλει πόσο οδυνηρά την πλήγωνε η ανάμνηση της ζωής που πέρασε μαζί του.
   Η συνάντηση των δύο ποιητών στη ζωή θα μπορούσε να πει κανείς ότι τους οδήγησε πιο γρήγορα στο θάνατο. Ο Γ. Κορωναίος σε άρθρο του στη δεκαετία του ’50 αναφέρει σχετικά: «Αν ο Καρυωτάκης δεν απαρνιόταν τον άνθρωπο και αν η Πολυδούρη μπορούσε να συμφιλιώσει τον πληθω-ρικό εσωτερικό της κόσμο με την πραγματικότητα της εποχής της, ίσως και οι δύο τους να βρισκόντουσαν ανάμεσά μας και η προσφορά τους στα ελληνικά γράμματα να ήταν πολύ μεγαλύτερη. Δυστυχώς, αντί να διαλέξουν το φαρδύ δρόμο που οδηγεί στον άνθρωπο, επροτίμησαν το σκοτεινό δρομάκι που οδηγεί στον θάνατο».
   Αδιαμφισβήτητα οι δύο μεγάλοι ποιητές έζησαν λίγο, η προσφορά τους όμως στα γράμματα ήταν τεράστια και τα πονήματά τους θα είναι μάρτυρες για το λόγου του αληθές.

   Πηγές:
   - Ζωγράφου Λιλή «Καρυωτάκης - Πολυδούρη και η αρχή της αμφισβήτησης». Εκδόσεις Αστέρι, 1980
   - Κορωναίος Γ. «Κώστας Καρυωτάκης - Μαρία Πολυδούρη». Εφημ. «Ακρόπολις», 9-15 Νοεμ-βρίου 1958
   - Σακελλαριάδης «Κ.Γ. Καρυωτάκης, βιογραφία», 1938
   - Χονδρογιάννης Γιάννης «Η Μαρία Πολυδούρη μετά τον Καρυωτάκη», Εκδόσεις Δίφρος, 1975